Δευτέρα, Δεκεμβρίου 19

Άνευ λόγου

Ξεκινάω να γράφω το κείμενο στις 12.01 κι ενώ θα έπρεπε ήδη να κοιμάμαι.
Τα πήγαινα καλά με τα ωράρια, δεν τα είχα σκατώσει μέχρι τώρα- όπως συνήθως.
Όχι να το παινευτώ αλλά την έχω αυτή την τάση- να σκατώνω τα πράγματα, τις καταστάσεις και τη ζωή μου γενικά.
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, σήμερα φάνταζε τόσο ιδανική βραδιά για αναπόληση λαθών, μαλακιών ή όπως θέλεις πες το.
Ξέρεις, σε μερικές μέρες ξημερώνουν Χριστούγεννα και δεν μπορούσε να σημαίνει κάτι λιγότερο αυτό.
Δεν ξέρω τι συνέβη. Προσπάθησα, προσπάθησα πολύ να καταλάβω μα δεν τα κατάφερα, ούτε στο ελάχιστο.
Οι άνθρωποι αλλάζουν λέω στον εαυτό μου.
Οι άνθρωποι αλλάζουν μα αυτό το ξέρω ήδη.
Οι άνθρωποι αλλάζουν μα ακόμη να το αποδεχτώ.
12.13 και δεν έχω τι να πω. Γράφω ένα κείμενο σε μια προσπάθεια έκφρασης μα σήμερα μάλλον δεν πέτυχε- ούτε καν αυτό.

Κάθε κατάσταση, συμβάν και γεγονός που ερχόμαστε αντιμέτωποι μέσα σε αυτή την αόριστη γραμμικότητα που ονομάζεται χρόνος μας επηρεάζει.
Άλλες φορές θετικά και άλλες (τις περισσότερες) αρνητικά.
Και το ξέρουμε, βαθιά μέσα μας, πως σήμερα είμαστε καλύτεροι από χθες.
Δεν διαφέρουμε σημαντικά μα ίσως αποτελούμε μια βελτιωμένη έκδοση του παλιομοδίτικου εαυτού μας. Και αυτό ονομάζεται εξέλιξη ή πρόοδος.
Δεν θεωρώ πως αλλάζουμε τόσο ριζικά ώστε να μπορούμε να περηφανευόμαστε αιωνίως για το πως κάναμε λάθη, μα όχι πια, τώρα είμαστε κάποιοι άλλοι, κάποιοι τόσο πνευματικά ανώτεροι που δεν μπορούν καν να συγκριθούν με όλα αυτά που αποτελούσαν το "εγώ" μας πριν από κάποιον καιρό. Όχι.
Μα ίσως, που και που, σπανιότατα, σχεδόν ποτέ, να καταφέρνουμε να μάθουμε από το παρελθόν. Κανείς δεν θα γίνει τέλειος αλλά δεν ήταν αυτός ο στόχος μας εξ αρχής, έτσι δεν είναι;

12.44 και το κουτί άνοιξε. Από εκεί και πέρα εσύ αποφασίζεις: είτε το τυλίγεις με ταινία, το ξεφορτώνεσαι και το καις, είτε το φυλάς καλά καμουφλαρισμένο ενώ που και που πας και το ανοίγεις λίγο-λίγο στα κρυφά (ενώ δεν θα' πρεπε).
Το πληκτρολόγιο υγράνθηκε γεγονός που ταυτίζεται με καληνύχτα.

Τρίτη, Νοεμβρίου 22

Ανέλπιστα ελπιδοφόρο

Η φάση είναι περίεργη.
(Δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις την λέξη "φάση" σε ένα επίσημο κείμενο!)
Η κατάσταση είναι περίπλοκη.
(Κάπως καλύτερα υποθέτω)
Έκανα μια σκέψη τις προάλλες.
Θα μπορούσα να περιγράψω την ζωή μου με ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό συμβάν:

Τις προάλλες πρόσεξα, με την άκρη του ματιού μου, ένα αστέρι να πέφτει, στον βραδινό ουρανό, και- χαχα!- έκανα μια ευχή (γεμάτος όλο ελπίδα ότι κι αν λέω). Ξαφνικά, ωστόσο, το είδα να συνεχίζει να μετακινείται για παραπάνω ώρα από όση έπρεπε. Τότε συνειδητοποίησα, δυστυχώς, πως ήταν αεροπλάνο.
Είμαι ο τύπος που θα δει μια μπανιέρα σαν έναν πιθανό μικρό κήπο (μόνο και μόνο για την ελπίδα)

Αυτό θα μπορούσε, πρόχειρα- και κάπως αυθαίρετα-, να μεταφραστεί σε έλλειψη γνώσης στην κάθε περίσταση, με την αναπόφευκτη απογοήτευση να παραμονεύει κάθε στιγμή (σαν να θέλει να με κατασπαράξει με το παραμικρό δικαίωμα που θα της δώσω). Να πασχίζω να "μην είμαι στον κόσμο μου", μα με κάθε μου προσπάθεια να απομακρύνομαι όλο και περισσότερο από τον βασικό μου (απαραίτητο; ανούσιο;) στόχο. Σαν έτσι να φτιάχτηκε τούτος ο κόσμος, τόσο μαλακισμένα και σκατένια, που να αδυνατεί κανείς να την διαχειριστεί όπως πρέπει- ή όπως έχει οριστεί ότι πρέπει, από κάτι ειλικρινά άγνωστο και αόριστο.

Από την άλλη ίσως απλά τα βλέπω όλα υπερβολικά ποιητικά. Έναν κόσμο που ξεχειλίζει αλήθεια και ωμότητα γεμάτο με αναλογίες και παρομοιώσεις.

Και δεν ξέρω, εν τέλει, αν αυτό αποτελεί προσωπικό τρόπο σκέψης- εντελώς ακούσιο- ή μία ατομική- συνειδητή- προσέγγιση στην αντιμετώπιση αυτού του κάτωχρου μέρους που ονομάζεται "κόσμος" ή "ζωή".

Δεν με πολυνοιάζει. Είμαι ο τύπος που θα δει τα σύννεφα σαν πέπλα, έναν δίσκο σαν κομμάτι ιστορίας και μια μπανιέρα σαν έναν πιθανό μικρό κήπο (μόνο και μόνο για την ελπίδα).

Μόνο αυτό μας έμεινε. Μονάχα η ελπίδα μας. Ακόμη και φτιαχτή , προσποιητή ή ψεύτικη. Ακόμη κι έτσι (;)

Σάββατο, Οκτωβρίου 15

Η κούπα

Η ρουτίνα μας ξαναέφτασε, σαν να μην έφυγε ποτέ.
Τέλος πάντων, τα έχουμε ξαναπεί αυτά, ελάχιστο ενδιαφέρον παρουσιάζουν πλέον.
Το πραγματικά ενδιαφέρον είναι ότι μέσα σε αυτήν την αέναη επανάληψη, συνεχίζουν να συμβαίνουν πράγματα που με παρακινούν- με θετικότερο ή αρνητικότερο τρόπο.
Μια χαριτωμένη ιστορία γεννήθηκε από το πουθενά.

Κάθε μέρα ακολουθώ τις ίδιες διαδρομές- που πολύ προσεκτικά έχω αναλύσει και επιλέξει-, βλέπω τα ίδια πράγματα, τους ίδιους ανθρώπους, τα ίδια κτίρια. Γενικά, τα ίδια.
Μέσα σε αυτό το ξανά και ξανά, από την επιστροφή μου από τη δουλειά, βιώνω- προφανώς- την προαναφερθείσα επανάληψη. Μέσα σε αυτά τα μέρη συμπεριλαμβάνεται και ένα μαγαζί με είδη καφέ ή δεν ξέρω και γω τι, μα αυτό ελάχιστη έχει σημασία.
Εδώ και πολλές μέρες, λοιπόν, βλέπω στην βιτρίνα του μια κούπα, που μπορεί να μην ήταν κάτι ιδιαίτερο αλλά εγώ την είχα λατρέψει.
"Την είχες λατρέψει; Μια κούπα ήταν, χαλάρωσε." Σωστά.
Τέλος πάντων, μέρα με την μέρα, έλεγα στον εαυτό μου ότι θα μπω να την αγοράσω. Μέρα με την μέρα κατέληγα να το αφήνω για αύριο.
Απ' το σήμερα στο αύριο κι απ' το αύριο στο μεθαύριο οι μέρες κυλούσαν.
Η κούπα, όμως, συνέχισε να παραμένει εκεί.
Μέχρι σήμερα.
Παρασκευή, έρχεται σαββατοκύριακο, κάποια αναπόφευκτη χαρά υπήρχε, και ίσως να έμπαινα να αγοράσω και την κούπα.
Όμως, προς μεγάλη μου έκπληξη, όταν έφτασα έξω από το μαγαζί που προανέφερα, η κούπα ήταν απούσα.
Όχι, δεν είχε αλλάξει η βιτρίνα. Όχι, δεν είχαν αλλάξει όλα και μέσα σε αυτά και η κούπα μου. Όχι.
Όλα ήταν ακριβώς όπως την τελευταία φορά που πέρασα, χωρίς να έχουν μετακινηθεί χιλιοστό.
Εκεί που ήταν, κάποτε, η κούπα μου, κυριαρχούσε το κενό.
Δεν μπόρεσα να το πιστέψω. Είχα χάσει την ευκαιρία μου για πάντα.
"Μα πώς κάνεις έτσι τέλος πάντων; Για μια κούπα όλα αυτά;"

Και ναι και όχι.
Από την μία ναι για τον προφανή- και ιδιαιτέρως ρηχό- λόγο, ότι εμένα μου άρεσε και την ήθελα για να πίνω τον γαλλικό μου τα κρύα χειμωνιάτικα πρωϊνά- ναι είμαι τόσο εγωιστής και τόσο ξεροκέφαλος.
Κυρίως, όμως, όχι για το γεγονός ότι δεν ήταν η κούπα το σημαντικό της υπόθεσης. Δεν θα μπορούσε να με νοιάζει λιγότερο ένα κομμάτι πηλού ή γυαλιού ή από οτιδήποτε ήταν φτιαγμένο.

Το θέμα είναι ότι η κούπα θα μπορούσε να είναι ένας άνθρωπος. Εντάξει, ο άνθρωπος δεν θα ήταν γυαλισμένος σε βιτρίνα, μα και πάλι δεν είναι αυτό το νόημα.
Κάθε φορά που κάνουμε ένα βήμα πίσω από φόβο ή απογοήτευση ή ακόμη και "βόλεμα", κάποιος άλλος κάνει ένα βήμα μπροστά. Το βασικό ζήτημα είναι να παίρνουμε ρίσκα και ευκαιρίες, αμέσως, χωρίς αναβολές.

"Πολύ περίεργα ακούγονται όλα αυτά. Εύκολα γράφονται μα δύσκολα γίνονται. Η ζωή δεν είναι έτσι, μια ιστορία είναι αυτό που λες, απλά ένας αποτυχημένος παραλληλισμός με την πραγματικότητα."

Ίσως. Τέλος πάντων, μας βολεύει να το αφήνουμε για αύριο. Πάντα και για πάντα.

Μα, κάποτε, θα έρθει η μέρα που θα απορήσουμε γιατί όλες μας οι κούπες είναι ραγισμένες και ξεθωριασμένες.

Hint: Η απάντηση είναι ήδη γνωστή.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 24

Προσωπικό

Έχω χαθεί τις τελευταίες μέρες. Εντάξει, εβδομάδες. Αλήθεια όμως είχα πραγματικά τους λόγους μου. Και δεν λέω ψέματα- όχι αυτήν την φορά.
Το καλοκαίρι τελείωσε (ανεπιστρεπτί!), μα εγώ δεν έχω προλάβει καν να κάνω την ανασκόπηση μου ακόμη. Γιατί;
Χμ, ίσως γιατί- από την μία- το καλοκαίρι μου να μην αξίζει την προαναφερθείσα, απείρως ασήμαντη μα συνάμα σημαντική, ανασκόπηση. Ναι, γελάσαμε, διασκεδάσαμε, φάγαμε και ήπιαμε, ίσως και να ερωτευτήκαμε (γέλια). Φυσικά, πικραθήκαμε και πληγωθήκαμε μοναδικά και αδιόρθωτα, λίγο παραπάνω, όπως μόνο εμείς ξέρουμε.
Από την άλλη μπορεί και να φταίει το πόσο λίγο χρόνο αφιερώνω σε γράψιμο προσωπικών μου σκέψεων συναρτήσει της απροθυμίας μου να αναβιώσω τον περασμένο καιρό. Υπόσχομαι πως γράφω- περισσότερο από ποτέ- απλά όχι εδώ. Και αυτό δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό.
Μα, τώρα, σε αυτό το- απρόσμενα κρύο- απόγευμα του συννεφιασμένου Σεπτέμβρη, τίποτα δεν έχει σημασία από όλα αυτά.
Τόσο νεκρός αυτός ο μήνας. Οι μαθητές πάνε σχολείο, οι εργαζόμενοι επιστρέφουν στα πόστα τους, οι φοιτητές έχουν εξεταστική. Οι πρωτοετείς απλά κάθονται περιμένοντας με (όχι και τόση) αγωνία την πρώτη τους μέρα.
Δεν ενθουσιάζομαι στην ιδέα, μα θέλω να ελπίζω για τα καλύτερα- κλασσικά και αποτυχημένα.
(Παρα)μίλησα για τον εαυτό μου σήμερα.
Σε άλλα νέα, μακάρι ο χειμώνας που έρχεται να μας κάνει όλους αυτά που θέλουμε να γίνουμε. Κι αν φαντάζει άφταστο δεν πειράζει: ο κρύος αέρας έχει μια άλλη δυναμικότητα.
Ας ορκιστούμε, λοιπόν, στους εαυτούς μας ότι θα κάνουμε το καλύτερο δυνατό, και πως θα προσπαθήσουμε να χτίσουμε έναν χειμώνα που θα αξίζει (για πρώτη φορά;).
Σαν να πλημμυρίσαμε με θετικότητα, πότε συνέβη αυτό; Ίσως και να πιάνουν οι όρκοι τελικά.
Υ.Γ. Αν ξανακούσω την φράση "κάθε εμπόδιο για καλό" θα κάνω εμετό.
Υ.Γ. 2 Η ενήλικη ζωή γαμιέται. Μην την επιδιώξετε.

Ο συγγραφέας του κειμένου προσέθεσε τα Υ.Γ. σαν σημάδια, ώστε να θυμάται στο μέλλον τι τον βασάνιζε. Είμαστε μαζοχιστές εμείς οι άνθρωποι, δεν εξηγείται αλλιώς.

Πέμπτη, Αυγούστου 11

Αυγουστιάτικη Αθήνα


Τελευταία στάση- Αύγουστος.


Μα τι τελευταία στάση, γιατί τόσο μελόδραμα, αφού τα μισείς τα καλοκαίρια, έτσι δεν είναι; Θα' πρεπε να χαίρεσαι.
Φυσικά. Φυσικά και τα βαριέμαι και με κουράζουν μέχρι αποστροφής, δεν το αναίρεσα στιγμή αυτό. Όμως είναι η τελική στάση πριν τον Σεπτέμβρη. Αυτόν τον Σεπτέμβρη που φαντάζει τόσο τρομακτικός και τόσο αλλιώτικος από όλους τους άλλους.
Η ζωή παίρνει περίεργες και (μη) ενδιαφέρουσες στροφές. Και προφανώς το περιμένω πως και πως, μα υπάρχει και αυτό το υποβόσκον άγχος, μήπως κάτι δεν πάει καλά.
Έτσι δεν γίνεται πάντα όταν περιμένεις κάτι που θα σου ανατρέψει όλα τα δεδομένα, τις καθημερινότητες και τις ρουτίνες ή πάλι ψέματα μου είπαν;
Και ο Σεπτέμβρης με την σειρά του θα φέρει τον Οκτώβρη και θα δημιουργηθεί μια ολοκαίνουρια ρουτίνα. Ολοκαίνουρια, μα ρουτίνα.
Και όλα θα' ναι κάπως έξω από τα νερά μου, μα γι'αυτό είναι η ζωή. Ε, κι ακόμη αν πέσουν λίγο έξω τα νερά μου, θα βγάλω χαρτιά και σφουγγαρίστρες, μα όχι τα παπούτσια μου. Γιατί οι μάχες είναι για να δίνονται, και όχι να παραδίνονται.
Και έχει και κάτι δα, το μελαγχολικό η Αθήνα τον Αύγουστο. Όλοι τρέχουν να ξεφύγουν από δω, έστω και για λίγο, μα όχι εγώ. Κανείς τους δεν μυρίστηκε πως χάνουν το καλύτερο. Τους άδειους δρόμους και τα μισογεμάτα λεωφορεία. Τα τσιμέντα που βράζουν σε συγχρονισμό με τις καρδιές και τα εγώ μας. Το διάχυτο χάος μέσα σε ένα αλαλούμ εκτός προγράμματος.

Τούτ-τούτ! Όπου να' ναι το τρένο αναχωρεί. Όπου να' ναι...

Πέμπτη, Ιουλίου 14

Ο καναπές

"Ακόμη περιμένω το καλοκαίρι που θα μου αλλάξει τη ζωή"
Δεν ξέρω τι περίμενα. Οι προσδοκίες μου ξεπερνούν την πραγματικότητα για μια ακόμη φορά.
Δεν πάω για μπάνια, ούτε εκδρομές. Δεν θέλω να βάλω μαγιό, να μαυρίσω, ούτε να πίνω μέχρι να ξεράσω σκοτωμένα όνειρα και απαισιοδοξία.
Σαπίζω στον καναπέ, σωματικά και ψυχικά, γιατί αυτό συνήθισα.
Η ξεκούραση κι ο ελεύθερος χρόνος πάνε στον καναπέ, χαραμίζονται και χάνονται για πάντα.
Πείθω τον εαυτό μου να μαζέψει τις διαλυμένες κομματάρες του και να κυκλοφορήσει έξω αρκετά συχνά, μα τίποτα δεν με καλύπτει.
Ένας ακόμη καφές, ένα ακόμη ποτό, ένα ακόμη εισιτήριο επιστροφής που δεν θα χτυπήσω στο τελευταίο βραδινό λεωφορείο.
Μια λιακάδα, ένα ψαγμένο κρυμμένο ταρατσάκι στο κέντρο, ένα άβολο γελάκι, ένας ψεύτικος χαιρετισμός.
Μια έντονη μυρωδιά και μια περίεργη γεύση.
Κανένας εντυπωσιασμός.
Κανένα 'ουάου'.
Η αιώνια υποβόσκουσα σκέψη 'Το έχω κάνει ήδη αυτό, κι εκείνο. Κι αυτό!'
Ένα τυπικό δίπολο 'Εγώ φταίω για όλα' μα λίγο πιο μετά 'Στο διάβολο όλα, δε φταίω σε τίποτα'.
Γιατί βαρέθηκα να τα κάνω όλα σωστά για να μου τα γυρνάνε όλα λάθος.
Γιατί κουράστηκα να μην νιώθω ποτέ εντάξει με μένα.
Γιατί εξαντλήθηκα με το να συντάσσω ανάξιες λέξεις, στην προσπάθεια μου να εκφράσω (κάπου, κάπως!) αυτά που δεν τόλμησα να πω.
Μπα, ακόμη τα μισώ τα καλοκαίρια.
Αρκετά όμως.
Ας πάω στον καναπέ μου.
Για γέλια...
Για κλάματα(;)